Ιστορία της πόλης

Εκτιμάται ότι η πόλη της Φιλιππιάδας, που ονομάστηκε έτσι είτε εξαιτίας της εκτροφής αλόγων(ίππων)από τους κατοίκους είτε εξαιτίας κάποιου τοπικού πλούσιου κτηματία ονόματι Φίλιππος, πρέπει να κατοικείται από τον 8ο με 7ο αιώνα πχ όπως μαρτυράνε τα ερείπια του αρχαίου οικισμού Χάραδρον στη θέση Καστρί της παλιάς Φιλιππιάδας. Το όνομα του αρχαίου οικισμού συνθέτεται με την χαράδρα του ποταμού Λούρου(Άφας στα αρχαία κείμενα)που βρίσκεται στα βόρεια του.

Ο οικισμός,με κατοίκους πιθανόν Κασσωπαίους του τοπικού Ηπειρωτικού φύλου,κλάδο των Θεσπρωτών, με πρωτεύουσα την Κασσώπη κοντά στο χωριό Καμαρίνα και στο ηρωικό Ζάλογγο,βρίσκονταν σε σημαντική και οχυρή θέση μιας και ελέγχει την κοιλάδα του Λούρου ποταμού, βασική οδό συνδέσεως των παραλίων του Αμβρακικού κόλπου και της πεδιάδας της Άρτας με το λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων και το αρχαιότατο μαντείο της Δωδώνης επισης και του ότι βρίσκονταν μεταξύ Κασσωπαίας Μολοσσίδος και του κράτους της αρχαίας Αμβρακίας.

Εποχή ακμής του οικισμού πρέπει να ήταν ο 3ος και 2ος αιώνας πχ, εποχή άλλωστε ακμής όλων των Ηπειρωτικών πόλεων και οικισμών,με τον βασιλιά Πύρρο αλλά και το κοινό των Ηπειρωτών.Πρώτη αναφορά του οικισμού, αλλά και σημαντικότατη μιας και ταυτοποιήθηκε το όνομα του και η θέση, γίνεται σε λίθινη αετωματική στήλη με επιγραφή συνθήκης για οριοθέτηση συνόρων μεταξύ Χαράδρου και Αμβρακιας περιπου το 2ο αιωνα πχ.

Πιθανόν έπαψε να υπάρχει ως οργανωμένος οικισμός κατά την διάρκεια του τελευταίου αιώνα πχ εξαιτίας των πολεμικών συγκρούσεων που έλαβαν χώρα στην περιοχή της Ηπείρου μεταξύ Μακεδόνων Ηπειρωτών και Ρωμαίων αλλά και μεταξύ των εμφύλιων συγκρούσεων των Ρωμαίων αλλά και του έντονου οικιστικού προγράμματος του αυτοκράτορα Αυγούστου που με την δημιουργία της Νικόπολης,μετά την ναυμαχία του Ακτίου, μετέφερε όλον σχεδόν τον εναπομείναντα πληθυσμό όλης της γύρω περιοχής στην νέα του πόλη.

Κατά την διάρκεια της βυζαντινής περιόδου και των πρώτων αιώνων της τουρκοκρατίας υπάρχουν ελάχιστες αναφορές και στοιχεία για την Φιλιππιάδα αν και πρέπει να υπήρχε ενεργός πληθυσμός έστω σε μικρούς κτηνοτροφικούς κυρίως οικισμούς στην περιοχή του Ελευθεροχωρίου και της Παλιάς Φιλιππιάδας.

Μετά την προσάρτηση της Άρτας στο ελεύθερο Ελληνικό κράτος το 1881 μεγάλος αριθμός Τούρκων μουσουλμάνων από την Άρτα ήλθε να κατοικήσει στην περιοχή.Ετσι έχουμε τη θεμελίωση της Νέας Φιλιππιάδας που αρχικά ονομάστηκε Χαμιδιέ προς τιμήν του Σουλτάνου Αβδούλ-Χαμίτ Β,σε κενή θέση μεταξύ των προυπάρχων χριστιανικών οικισμών Ελευθεροχωριού και Παλιάς Φιλιππιάδας ονόματι Βοιδολίβαδο.

Το οθωμανικό κράτος έκτισε σπίτια ,χάνια ,λουτρό ,τζαμί πλατιούς άνετους δρόμους(για την εποχη) για τους τούρκους κατοίκους της Αρτας που ήρθαν να μείνουν στην νέα πόλη μετά την έξοδο τους από την Άρτα μιας και δεν ήθελαν να αφήσουν την περιοχή καθώς είχαν πολλά και μεγάλα κτήματα στον κάμπο και στα γύρω χωρια .Επισης κτιστηκε διοικητήριο, στρατώνας και νοσοκομείο για την συνοριακή φρουρά που βρισκόταν εκεί.

Την εποχή αυτή έχουμε και τον διοικητικό διαχωρισμό του σαντζακίου Πρεβέζης σε καζά Πρέβεζας και καζά Χαμιδιέ(Φιλιππιαδα).

Κατά τον μητροπολίτη Άρτας Σεραφείμ Ξενόπουλο ως το 1881 στο τμήμα Πρεβέζης λειτουργούσαν 33 σχολεία στην πόλη και στην ύπαιθρο στα οποία φοιτούσαν 1025 μαθητές (925 άρρεν 100 θήλυς)πολλά από αυτά κυρίως στην ύπαιθρο και πιθανον και στην Φιλιππιάδα σε υποτυπώδη βέβαια μορφή με κέντρο την εκκλησία και τον ολιγογράμματο ιερέα να διδάσκει τα ιερά κείμενα στους μαθητές.

Σημαντικός κόμβος της κύριας οδικής αρτηρίας της Ηπείρου ήδη από τον 19ο αιωνα με αφετηρία την Πρέβεζα και την Άρτα που πέρναγε από Φιλιππιάδα και μέσω των Ιωαννίνων κατέληγε στους Άγιους Σαράντα!

Κατά την διάρκεια του Ελληνο-Τουρκικού πολέμου το 1897 στις 10 Απριλίου οι πρώτοι ‘Έλληνες μαχητές που μπήκαν στη Φιλιππιάδα ήταν Κερκυραίοι αντάρτες μετά την επίθεση των ελληνικών τμημάτων από την μεριά της Άρτας από την θέση Μπάνη. Κατέβαλαν πρώτα το Ιμαρέτ και κινήθηκαν προς την πεδιάδα της Φιλιππιάδας. Κατόπιν ακλούθησε ο ελληνικός στρατός με δύναμη 22.οοο ανδρών και 5.000 ενόπλους αντάρτες με την πρώτη ταξιαρχία του Ηπειρωτικού μετώπου με διοικητή τον Χρηστό(Κίτσο)Μπότσαρη να μπαίνει στην Φιλιππιάδα και να παραμένει εκεί ενώ η δεύτερη ταξιαρχία με διοικητή τον Σέχο να καταλαμβάνει την γέφυρα του Λούρου στη θέση Καλογήρου και να απελευθερώνει τα γύρω χωριά.

Στον Ά Βαλκανικό πόλεμο 1912 τμήματα της στρατιάς Ηπείρου με διοικητή τον αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Σαπουντζάκη που κινήθηκαν από την Άρτα πέρασαν τον Άραχθο μέσω της γέφυρας Άρτας ελευθέρωσαν την Φιλιππιάδα στις 7-12 Οκτώβριου.

Από της 25 Νοέμβριου το αρχηγείο του στρατού Ηπείρου μεταφέρθηκε στη Φιλιππιάδα, μάλιστα είχε ενισχυθεί πρόσφατα και με μια μοίρα αεροπλάνων εγκαταστάθηκε στα διάφορα χάνια της Φιλιππιάδας ο Ελληνικός στρατος κατασκεύασε αεροδρόμιο, νοσομειο και άλλες υποδομές. Στις 10 Ιανουαρίου έφτασε ο διάδοχος Κωνσταντίνος και ανέλαβε την διοίκηση έως ότου την απελεύθερη των Ιωαννιννων. Επίσης ήρθε και διέμεινε και ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος.

Σε ένα καταπράσινο δασύλλιο στη Φιλιππιάδα υπάρχει μαλιστα το μνημείο των Μπιζανομάχων όπου έχουν συγκεντρωθεί τα οστά όλων των πεσόντων Ελλήνων στις μάχες που έγιναν το 1897 στις θέσεις Γρίμποβο – Πέντε Πηγάδια και το 1912 στο Μπιζάνι.

Την πρώτη σύγχρονη πληθυσμιακή αναφορά για την πόλη της Φιλιππιάδας την έχουμε από τον Π. Αρβαντινό στο έργο του ‘Χρονογραφία της Ηπείρου’ όπου αναφέρει ότι ο οικισμός της παλιας Φιλιππιάδας για το έτος 1854 είχε 27 οικογένειες και το Ελευθεροχωρι 29.

Το 1884 ο Σεραφείμ Ξενόπουλος μητροπολίτης Άρτας καταγράφει για την Φιλιππιάδα 58 χριστιανικές οικογενειες,55 στο Ελευθεροχωρι.

Μετά την ίδρυση της νέας Φιλιππιάδας (χαμιδιέ) οι χριστιανοί έμεναν κυρίως στην Παλιά και Ελευθεροχώρι ενώ μεγάλος αριθμός μουσουλμάνων ήρθαν από την Άρτα και εγκαταστάθηκαν στο κέντρο της νέας πόλης.

Η Τουρκική στατιστική υπηρεσία της Ηπείρου το 1895 καταγράφει για την νέα Φιλιππιάδα 179 οικογένειες κυρίως μουσουλμάνων Οθωμανών, ενώ 50 οικογένειες χριστιανών στην Παλιά και 49 στο Ελευθεροχώρι.

Το 1913 μετά την απελευθέρωση η Φιλιππιάδα με τους γύρω οικισμούς καταγράφετε να έχει 24.290 κατοίκους τη στιγμή που ο σημερινός δήμος Ζηρού-Φιλιππιάδας έχει 16.500!!

Από το 1917 παρατηρείται αύξηση του πληθυσμού των πεδινών οικισμών της περιοχής, κάτι που οφείλεται πρωτίστως στη σταδιακή διανομή στους ακτήμονες γεωργούς γαιών που ήταν πριν τουρκικά τσιφλίκια, στον εκσυγχρονισμό των καλλιεργητικών μεθόδων, στη καταπολέμηση της ελονοσίας και στην εκδίωξη των μουσουλμάνων. Παρατηρείται την εποχή αυτή μία ριζική αντιστροφή της παλαιότερης κατανομής του πληθυσμού, ευνοώντας τη συσσώρευσή του σε πεδινούς οικισμούς της Φιλιππιάδας που προσφέρονταν περισσότερο στη γεωργική εκμετάλλευση από τους γύρω ορεινούς οικισμούς.

Η απογραφή πληθυσμού του 1923 αφορούσε στους πρόσφυγες που κατέφτασαν στην Ελλάδα μετά την Μικρασιατική καταστροφή. Η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, όσον αφορά την υποδιοίκηση Φιλιππιάδας, κάνει λόγο μόνο για τη Φιλιππιάδα και όχι για τους γύρω οικισμούς της. Παρατηρείται μια σημαντική άφιξη προσφύγων στη Νέα Φιλιππιάδα, σε σύνολο 1.052 προσφύγων. Εικάζουμε, όμως, ότι στον αριθμό προσφύγων της Φιλιππιάδας είναι ενσωματωμένοι και οι πρόσφυγες των γειτονικών συνοικισμών της. Συγκριτικά με τον πολύ μικρό ποσοστό προσφύγων που εγκαταστάθηκε συνολικά στην Ήπειρο, η Φιλιππιάδα εμφανίζει σημαντικό αριθμό προσφύγων. Το σημαντικότερο όμως στοιχείο είναι η μεγαλύτερη αναλογία του γυναικείου πληθυσμού (89,80%) έναντι του ανδρικού σε σχέση με τις απογραφές του 1913 και 1920, δηλαδή η άνοδος του γυναικείου πληθυσμού έναντι του ανδρικού από το 1920 και εξής.

Η Φιλιππιάδα γνώρισε σημαντικό αριθμό προσφύγων, αν τον συγκρίνουμε με τον μικρό αριθμό προσφύγων που εγκαταστάθηκαν σε όλη την Ήπειρο. Όπως επισημαίνεται, η μεγαλύτερη παρουσία των γυναικών στην απογραφή του 1923, σε σχέση με την απογραφή του 1928, υποδηλώνει ότι στους προσφυγικούς πληθυσμούς δεσπόζουν οι γυναίκες, καθώς η Μικρασιατική καταστροφή έπληξε κυρίως τον ανδρικό πληθυσμό. Έτσι, ανάμεσα στις απογραφές του 1913 και του 1928 ο ανδρικός πληθυσμός της επαρχίας παρουσίασε αύξηση κατά 5,95% και ο γυναικείος κατά 17,34%.

Στην απογραφή του 1951 ο δήμος Φιλιππιάδας παρουσιάζει μία σημαντική αύξηση του πληθυσμού κατά 50%, η οποία είναι πολύ πιο έντονη στην πόλη της Φιλιππιάδας (αύξηση 124,57%). Τούτο οφείλεται στο ότι καταφεύγουν σ’ αυτήν πληθυσμοί από την
ύπαιθρο για μεγαλύτερη ασφάλεια λόγω των εμφύλιων πολεμικών γεγονότων.

Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, και συγκεκριμένα μετά το 1946, αρχίζει πολύ έντονα το φαινόμενο της μετανάστευσης στην Ήπειρο. Οι μετανάστες μετακινούνται, κυρίως, προς τις υπερπόντιες χώρες (ΗΠΑ, Αυστραλία, Καναδάς) και προς τη Γερμανία και όσον αφορά στον ελληνικό χώρο, κυρίως προς την Αθήνα. Από το φαινόμενο αυτό δεν ήταν δυνατόν να εξαιρεθεί η Φιλιππιάδα, η οποία από το 1951 έως το 1981 παρουσιάζει μια αμελητέα αύξηση του πληθυσμού της. Μάλιστα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, η Ήπειρος παρουσίασε τη μεγαλύτερη μεταναστευτική κίνηση κατά το έτος 1970 (8%), όταν μετανάστευσαν 8.219 άτομα, δηλαδή το 3% του συνολικού πληθυσμού της Ηπείρου. Το φαινόμενο της εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης είχε πολλές συνέπειες για τον δήμο Φιλιππιάδας.