Κάστρα

Σχετικά με τον ιερό ναό της Αγίας Αικατερίνης μεταξυ Φιλιππιάδας και Καμπής από πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν μας δείχνουν ότι ο σημερινός ναός χτίστηκε πάνω σε προϋπάρχοντα αρχαίο ναό. Αυτό το μαρτυρούν ανάγλυφα μάρμαρα και κιονόκρανα που βρέθηκαν και υπάρχουν στο πίσω μέρος του ναού μισοσκεπασμένα. Στα μέσα του 16ου αιώνα χτίστηκε ο βυζαντινός ναός με τρούλο σαν κύρια εκκλησία του υπάρχοντος χωριού «Σάνια» όπου κυρίως οι κάτοικοί του ασχολούνταν με μετάλλευμα που έβγαζαν από ψηλότερη περιοχή (’γιος Νικήτας) ,ένδειξη και των παλαιών Μύλων που υπήρχαν στη θέση «Παλιόμυλοι».Επίσης υπήρχε (ακόμα και σήμερα )βρύση με πόσιμο νερό δυτικά της εκκλησίας και αποτελούσε διάβα των νομάδων από τα μέρη των Ιωαννίνων προς τον κάμπο.

Το 1852 με δαπάνη του μοναστηριού του Ιωάννου του Προδρόμου της Περιοχής του Καραβοσαρά (σημερινή Ρωμιά) ηγουμενεύσαντος του γέροντα Χρύσανθου , χτίστηκε ο σημερινός ναός πάνω στα θέμελα του παλιού που είναι πλακοσκέπαστη ξυλόστεγη Βασιλική με τρούλο χωρίς εσωτερικό γραπτό διάκοσμο.


Η αρχαία ακρόπολη Βατίαι ή Βατίες, λιγο πιο εξω από τη Φιλιππιάδα βρίσκεται στο νότιο μέρος του χωριού Ριζοβούνι, πάνω στο λόφο Καστρί και ιδρύθηκε από Ηλείους εποίκους τον 7ο ή 8ο αιώνα πΧ, μαζί με τις άλλες τρεις αποικίες, το Αρχαίο Βουχέτιο (Νέα Κερασούντα), την Αρχαία Ελάτρεια (Παλαιός Ωρωπός) και Αρχαία Πανδοσία (Καστρί Φαναρίου). Η αρχαία ακρόπολη Βατίαι ή Βατίες, αν και είναι η μικρότερη από τις τέσσερις, είναι σπουδαιότατη αποικία των Ηλείων στο Νομό Πρέβεζας με ποτάμιο προσπέλαση κατά την αρχαιότητα (Λούρος ποταμός και λίμνη Μαυρή). Όταν ιδρύθηκε η ακρόπολη, πιθανότατα στη θέση αυτή προϋπήρχε άλλος οχυρωμένος οικισμός.

Οι Βατιείς, κάτοικοι των Βατιών, προφανώς είχαν οικισμούς στην ευρύτερη περιοχή του Δήμου Ζηρού . Αυτό προκύπτει από ερείπια οικισμών που βρέθηκαν στο κάστρο Θεσπρωτικού, στο χωριό Άσσος και στην Κρανιά. Στην αρχαιότητα η περιοχή των Βατιών δεν ήταν απομονωμένη όπως σήμερα, αλλά αποτελούσε κομβικό σημείο της οδού προσπέλασης από την Αρχαία Αμβρακία προς την αρχαία Δωδώνη. Οι προσκυνητές από την πεδιάδα της Άρτας περνούσαν υποχρεωτικά από την ακρόπολη Βατιών στη διαδρομή τους προς το Ιερό Μαντείο της Δωδώνης.

Τα αρχαιότερα κατάλοιπα της ανθρώπινης παρουσίας στο λόφο των Βατιών χρονολογούνται από την εποχή του Χαλκού και την πρώιμη εποχή του Σιδήρου [5]. Σποραδικά διακρίνονται και έχουν συλλεχθεί στην ακρόπολη κεραμικά όστρακα. Η περιοχή συνδύαζε μεν το υγιεινό κλίμα της ημιορεινής ζώνης αλλά παράλληλα επηρεαζόταν και από την υπάρχουσα τότε στα νότια λίμνη Μαυρή. Το έτος 343-342 πΧ ο Φίλιππος ο Β, πατέρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου κατέλαβε όλες τις αποικίες των Ηλείων, και φυσικά και τις Βατίες, και τις έδωσε ως δώρο στον Αλέξανδρο Α των Μολοσσών, αδελφό της συζύγου του Μυρτάλης Ολυμπιάδας. Κατά τον 4ο π.Χ. αιώνα οι Βατίες εντάχτηκαν στην Ηπειρωτική Συμμαχία. Η ακρόπολη φαίνεται ότι παρήκμασε σταδιακά και το τέλος της ήρθε το έτος 168-167 π.Χ. οπότε και καταστράφηκε από τον Ρωμαίο Αιμίλιο Παύλο. Το έτος 31 π.Χ. με την υποχρεωτική μεταφορά των κατοίκων στην Αρχαία Νικόπολη κατόπιν διαταγής του Οκταβιανού μετά τη Ναυμαχία του Ακτίου, η ακρόπολη σχεδόν ερημώνεται.

Η ακρόπολη Βατίαι φαίνεται ότι ήκμασε αργότερα πάλι κατά τη Βυζαντινή περίοδο, όπως μαρτυρούν οι βελτιώσεις της οχύρωσης αλλά και τα λείψανα της Παλαιοχριστιανικής Βασιλικής, το κεντρικό κλίτος της οποίας κατέλαβε αργότερα το καθολικό της Μονής της Παναγίας, ή Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου. Κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας η ακρόπολη Βατίαι παρακμάζουν πάλι, αλλά συνεχίζουν την παρουσία τους μέχρι και τον προηγούμενο αιώνα. Δυστυχώς η Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου είναι ερειπωμένη, η στέγη της έχει καταρρεύσει και μόλις κάποιες συντηρήσεις έγιναν εκεί τα τελευταία χρόνια. Λέγεται ότι υπήρχαν σπάνιες τοιχογραφίες και φορητές εικόνες που δεν σώζονται.

Η Μονή, για μεγάλο χρονικό διάστημα δέσποσε ως πνευματικό και οικονομικό κέντρο. Ο μικρότερος ναός της Παναγίας δίπλα, είναι μεταγενέστερος σύγχρονος και πρόσφατα αναπαλαιώθηκε η όμορφη λιθοσκεπή του. Το έτος 1944 τα ερείπια της ακρόπολης βομβαρδίστηκαν από Γερμανικά αεροπλάνα, στα πλαίσια καταδίωξης ανταρτών του ΕΔΕΣ.


Η μονή της Παντάνασσας που βρίσκεται δεξιά της εθνικής οδού Άρτας -Ιωαννίνων, λίγο μετά τη Φιλιππιάδα. Ήταν το ένα απ’ τα δυο μοναστήρια που ίδρυσε ο Δεσπότης της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄ Άγγελος Δούκας Κομνηνός σε ένδειξη μετάνοιας προς τη σύζυγό του βασίλισσα Θεοδώρα (τη μετέπειτα Αγία) για την κακή διαγωγή που έδειξε απέναντί της. Γνωρίζοντας ότι το άλλο μοναστήρι ήταν της Κάτω Παναγιάς, μπορούμε να τοποθετήσουμε την ίδρυση του μνημείου στα μέσα του 13ου αιώνα και συγκεκριμένα στη δεκαετία 1250-1260. Ο Σεραφείμ εικάζει ότι το μοναστήρι καταστράφηκε το 1692. Ένας πρωτοχριστιανικός άμβωνας που ανακαλύφθηκε στο χώρο του μνημείου, μαρτυρεί ότι υπήρχε εκεί ναός πολύ πριν απ’ το 13ο αιώνα.

Το 1971 καθαρίστηκε η πυκνή βλάστηση που κάλυπτε το μνημείο και αφαιρέθηκε το παχύ στρώμα επίχωσης, οπότε αποκαλύφθηκε το περίγραμμα των κτισμάτων του μοναστηριού. Ο ναός αποτελείται από τετράγωνο κεντρικό χώρο, Ιερό Βήμα και νάρθηκα, ανατολικά δε καταλήγει σε τρεις τρίπλευρες κόγχες. Στον κεντρικό χώρο βρέθηκαν οι βάσεις από τρεις κολώνες, στοιχείο που δείχνει καθαρά ότι ο ναός ήταν σταυροειδής εγγεγραμμένος με τρούλλο, στον τύπο των σύνθετων τετρακιονίων.
Η τοιχοποιία -απ’ ό,τι μας επιτρέπουν τα λίγα σωσμένα τμήματα των τοίχων να συμπεράνουμε- έχει τα γνωρίσματα της ναοδομίας στα χρόνια του Δεσποτάτου (μεγάλη χρήση πλίνθων), παρόμοια δε ήταν και η κεραμοπλαστική διακόσμηση. Στη μέση της βόρειας πλευράς του ναού βρέθηκε πυλώνας με γλυπτό διάκοσμο δυτικής τεχνοτροπίας.

Στο ύψος του Ιερού και εκατέρωθεν του κτίσματος, είχαν κτισθεί δύο τρουλλαία παρεκκλήσια. Το νότιο σώθηκε μισοκατεστραμμένο και μετά τις επισκευές που του έγιναν χρησιμοποιήθηκε και εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ως χώρος προσωρινής αποθήκευσης των ευρημάτων. Σώθηκαν ελάχιστα ίχνη τοιχογραφιών του 13ου αιώνα, ανάξια λόγου μια και δε μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε, έστω και αμυδρή εικόνα του γραπτού διάκοσμου του μνημείου. Στον τρούλλο του υπάρχει πληθώρα πλίνθων καθώς και κεραμοπλαστική διακόσμηση. Ήταν αφιερωμένη στη μνήμη του Αγίου Βασιλείου. Πρόσφατα επισκευάσθηκε και αναπαλαιώθηκε απ’ το μελετητή Παν. Βοκοτόπουλο.Κατά τις ανασκαφές βρέθηκαν πολλά φθαρμένα γλυπτά και πήλινα αντικείμενα, τα οποία μεταφέρθηκαν στην αρχαιολογική αποθήκη της Άρτας. Το σπουδαιότερο απ’ τα γλυπτά ευρήματα είναι ένα ακρωτηριασμένο κεφάλι γενειοφόρου άνδρα, με σαφή γνωρίσματα δυτικής τεχνοτροπίας. Σε μια απ’ τις κολώνες του ναού βρέθηκε ακατέργαστα σκαλισμένο το όνομα “Ιω[άννης] Δεσπο[της] Σπάτας”, στοιχείο που δείχνει ότι και το 14ο αιώνα εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται ως εκκλησία των Αλβανών Δεσποτών της Άρτας. Τέλος, βρέθηκαν λείψανα τοίχων και από άλλα κτίσματα του μοναστηριού.

Σήμερα, το άλλοτε μεγάλο και ακμαίο βασιλικό μοναστήρι της Παντάνασσας κείτεται ερειπωμένο στην κοιλάδα του Λούρου, υποδηλώνοντας -έστω και μ’ αυτή την τραγική παρουσία του- τη λάμψη του παλιού του μεγαλείου.


Η ακρόπολη Βουχέτιο συνυπάρχει με τη μεσαιωνική πόλη και φρούριο των Ρωγών.βρίσονται κοντά στο χωριό Νέα Κερασούντα του Δήμου Ζηρού επάνω σε οχυρό λόφο.

Η αρχαία πόλη μέλος των τεσσάρων αποικιών των Ηλείων στο Νομό Πρέβεζας, αποκαλούμενη τετράπολη: Πανδοσία (στην πεδιάδα του Αχέροντα ποταμού, στο σημερινό χωριό Καστρί του Δήμου Πάργας)), Βουχέτιον, Βατίαι, και Ελάτρεια (ή Ελάτρια). Το Βουχέτιον ήταν το επίνειο, στον Αμβρακικό Κόλπο, της τετράπολης.Μέσα στο φρούριο των Ρωγών βρίσκεται, ανακαινισμένος πλήρως από το 2006, ο μεταβυζαντινός Ναός της Κοίμησης Θεοτόκου. Οι Ρωγοί είχαν παίξει σημαντικό ρόλο τα τελευταία μεσαιωνικά χρόνια και ήταν η πολεοδομική συνέχεια της ακρόπολης του Βουχετίου.

Το όνομα Βουχέτιον ή Βουχετός ή Βουχαίτιον ή Βουχαιτός (κατά τον Πολύβιo) ή Βουχετάς (κατά τον Σουίδα), προέρχεται σύμφωνα με την παράδοση που τη σημειώνει ο Φιλόχορος, από το γεγονός ότι η Θέμις «επί βοός οχουμένη» ήρθε κατά τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα να μείνει εδώ. Η θεά λατρευόταν στην πόλη αυτή. Κατά μια άλλη άποψη, το όνομα Βουχέτιον, αποτελεί γλωσσική μετεξέλιξη του Βούχετα (τα) και προέρχεται μάλλον από το βους (=βόδι) και οχετός 😊 αυλάκι, υπόνομος, οχώ = φέρω).

Για το όνομα Ρωγοί, έχει υποστηριχθεί ότι προέρχεται από την λέξη «αρωγή». Τουλάχιστον αυτή την εξήγηση δίνουν για την ονομασία των Ρωγών οι Π. Αραβαντινός και Σεραφείμ Βυζάντιος, τ. μητροπολίτης Άρτας. Επειδή τα μεσαιωνικά χρόνια υπήρχαν επιδρομές των Σλάβων και Βουλγάρων στην περιοχή του σημερινού Νομού Πρέβεζας, οι οποίοι κατέστρεφαν, έκαιγαν και λεηλατούσαν, αυτή η νέα πόλη πρόσφερε άσυλο και αρωγή στους πρόσφυγες.

Η γεωγραφική θέση του Βουχετίου αποτέλεσε πεδίο αντιπαράθεσης αρκετών συγγραφέων.Ο Στράβων στα Γεωγραφικά γράφει: «Εγγύς της Κιχύρου πολίχνην Βουχέτιον Κασσωπαίων μικρόν υπέρ της θαλάσσης όν και Ελάτρια και Πανδοσία και Βατία εν μεσογαία καθήκει δε αυτών η χώρα μέχρι του κόλπου»[5], δηλαδή το τοποθετεί κοντά στην Κίχυρο, αλλά αυτό είναι ασαφές. Ο Δημοσθένης στο έργο του «Περί Αλοννήσου» αναφέρει το Βουχέτιον, χωρίς να το προσδιορίζει γεωγραφικά. Ο Άγγλος Φίλιπσον, ο Γερμανός Bursian και ο Έλληνας Αραβαντινός εκτιμούσαν ότι το Βουχέτιον βρίσκεται κάπου μεταξύ περιοχής Λούτσας και Καστροσυκιάς Πρέβεζας. Ο Αθανάσιος Σταγειρίτης τοποθετεί το Βουχέτιον στην Κασσωπαία χώρα γενικώς και ασαφώς. Ο Γάλλος Πουκεβίλ αδιαφορεί παντελώς για τον Στράβωνα και τοποθετεί το Βουχέτιον εντελώς αυθαίρετα και λανθασμένα κοντά στο Μαργαρίτι Θεσπρωτίας. Τελικά μόνο ο Νίκολας Χάμοντ τοποθέτησε σωστά το Βουχέτιον στο ίδιο σημείο που βρίσκεται η ακρόπολη των Ρωγών, στη Νέα Κερασούντα Πρέβεζας. Σημειώνεται ότι στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, σε χάρτη που παρουσιάζει τον Ελλαδικό χώρο στα αρχαία χρόνια, 8ος-6ος αιώνας πΧ, αλλά και σε σχολικά βιβλία ιστορίας, η θέση της ακρόπολης Βουχέτιον παρουσιάζεται λανθασμένα με το όνομα Βούχετα, παραλιακώς και βορείως του νομού Πρέβεζας, προφανώς στην περιοχή της ακρόπολης Πανδοσία (Καστρί Φαναρίου), ενώ η σωστή θέση είναι κοντά στο χωριό Νέα Κερασούντα Πρέβεζας και συνεπώς νοτιοανατολικά, πλησίον του Αμβρακικού κόλπου.

Κατά μία άποψη το Βουχέτιον ιδρύθηκε ταυτόχρονα με την Πανδοσία τον 7ο αιώνα π.Χ. Άλλη άποψη αναγράφει ότι είναι μεταγενέστερο, και ιδρύθηκε μετά την καταστροφή της Πανδοσίας το έτος 168 π.Χ από τον Ρωμαίο Αιμίλιο Παύλο (Lucius Aemilius Paulus Macedonicus), στην πεδιάδα του Λούρου, την εποχή δηλαδή της ρωμαϊκής κατάκτησης της Ελλάδας. Δίπλα στο Βουχέτιο περνάει ο ποταμός Λούρος, ο οποίος είναι πλωτός μέχρι την εκβολή του στον όρμο Μιχαλιτσίου Πρέβεζας. Οι αρχαιολόγοι έχουν σημαντικές αποδείξεις, ότι η σημερινή γεωγραφία των Νομών Πρέβεζας, Άρτας και Θεσπρωτίας, ουδεμία σχέση έχει με τη γεωγραφία στην αρχαία εποχή. Για παράδειγμα ο λόφος Καστρί Φαναρίου που βρίσκεται η Αρχαία Πανδοσία, αποικία των Ηλείων ήταν νησί δίπλα στη λίμνη Αχερουσία. Ομοίως, νησί ήταν και το Αρχαίο Βουχέτιον. Νησί επίσης ήταν και η Αρχαία Εφύρα στο λόφο του Αγίου Ιωάννη με το Νεκρομαντείο του Αχέροντα. Προφανώς αυτός είναι ο λόγος που επελέγησαν αυτές οι περιοχές για κτίσιμο των πόλεων, η προσβασιμότητα προς τη θάλασσα. Σε γενικές γραμμές οι Ηλείοι επέλεγαν παραθαλάσσια ή έστω ποταμίως προσβάσιμα σημεία για ανέγερση οχυρωμένων πόλεων.

Τα ερείπια του αρχαίου Βουχετίου βρίσκονται επάνω σε χαμηλό γήλοφο στη βόρεια παρυφή της πεδιάδας του Λούρου, νότια του σημερινού χωριού Κερασούντα, ακριβώς εκεί πού βρίσκεται σήμερα το Φρούριο των Ρωγών. Η περιοχή αυτή κατά την αρχαιότητα αποτελούσε την Κασσωπαία, περιοχή που κατοικούσαν οι Κασσωπαίοι ή Κασσωποί, ηπειρωτικό φύλο που ανήκε στον ευρύτερο κλάδο των Θεσπρωτών. Κατά τη γεωμετρική εποχή υπήρχαν εδώ κοντά μία ή περισσότερες κώμες με αγροτική οικονομία. Στα τέλη 8ου-αρχές 7ου αι. π.Χ. Ηλείοι άποικοι εγκαταστάθηκαν ιδρύοντας τέσσερις αποικίες. Μία από αυτές ήταν το Βουχέτιο, το οποίο αποτέλεσε ένα ασφαλές ποτάμιο λιμάνι (επίνειον). Το αρχικό όνομα του οικισμού, πιθανότατα αρχαιότερο της ίδρυσής του, ήταν Βούχετα. Από τον 6ο αι. π.Χ. ο λόφος ήταν ήδη κατοικημένος. Ως τα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου οι άποικοι διατηρούσαν ειρηνικές σχέσεις προς τους Κασσωπαίους. Αλλά σε λίγο (427-423 π.Χ.) μεταβλήθηκαν σε εχθρικές. Στους χρόνους αυτούς πρέπει να κτίστηκε το ισοδομικό τείχος της ακρόπολης. Το έτος 343-342 πχ με την παρέμβαση του Φιλίππου, το Βουχέτιον όπως και οι υπόλοιπες αποικίες των Ηλείων περιέρχονται στα χέρια των Κασσωπαίων Ηπειρωτών. Η νέα περίοδος σηματοδοτεί τη μεγαλύτερη ακμή του οικισμού, ο οποίος και επεκτείνεται. Οι περίοικοι άρχισαν να συγκεντρώνονται στο Βουχέτιο και να επιδίδονται στη βιοτεχνία και το εμπόριο. Στην περίοδο αυτή θα κατασκευάσθηκε ο ανατολικός πολυγωνικός περίβολος. Σε αυτή την περίοδο αναφέρεται ο χαρακτηρισμός του Βουχέτιου ως πολιχνίου. Ο Στράβων χαρακτηρίζει το Βουχέτιον πολίχνιο 😊 μικρή πόλη), της οποίας τον πληθυσμό στην αρχαία Ήπειρο μπορούμε να υπολογίσουμε αυτή την εποχή σε 2.000-4.000 κατοίκους. Ο οικισμός καταστράφηκε ασφαλώς το 167-168 π.Χ. από τους Ρωμαίους του Αιμίλιου Παύλου, μαζί με 70 άλλες πόλεις της Ηπείρου.

Λίγο αργότερα ανοικοδομήθηκε, χωρίς όμως ποτέ να ξαναβρεί την παλιά του αίγλη. Η ίδρυση της Νικοπόλεως έδωσε το τελειωτικό πλήγμα στον οικισμό, ο οποίος σταδιακά ερημώθηκε εντελώς.

Ο όρος Ρωγοί είναι μεσαιωνικός. Κατά την περίοδο του Δεσποτάτου της Ηπείρου (13ος-14ος αι.), έγινε η τελευταία ανοικοδόμηση και το κάστρο πήρε τη σημερινή του μορφή.

Οι Ρωγοί κατά τον 14ο αιώνα ήταν μια από τις πιο ακμάζουσες πόλεις του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Τον ίδιο αυτόν αιώνα κυριεύθηκε από τους Σέρβους, που επωφελήθηκαν από την εμφύλια διαμάχη ανάμεσα στους δύο αυτοκράτορες του Βυζαντίου, τον Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο και τον Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνό. Οι Ρωγοί δεν έμειναν για πολύ στα χέρια των Σέρβων γιατί κυριεύθηκαν από τους Αλβανούς, που όμως κατάφερε και εξεδίωξε ο Δεσπότης της Ηπείρου Ιωάννης ο Γ΄. Εκκλησιαατικά, την περίοδο αυτοί οι Ρωγοί υπάγονταν στην επισκοπή Κοζύλης, μαζί με τη μονή Κοζύλης όπου είχε αποσυρθεί ο επίσκοπος Ναυπάκτου, Ιωάννης Απόκαυκος.

Το 1449 το κάστρο το κατέλαβαν οι Οθωμανοί Τούρκοι, όπως και όλη την Ήπειρο.

Για το Φρούριο του Βουχετίου και των Ρωγών μιλάει στις «Επιστολές» του, αλλά και στις γραπτές «Αναμνήσεις» του ο Κυριακός ο Αγκωνίτης, ο περιηγητής που επισκέφθηκε την Ήπειρο στις αρχές του 15ου αιώνα και που κατόρθωνε να μεταμφιέζεται σε ελάχιστο χρόνο από Έλληνα σε Τούρκο για να κυκλοφορεί ελεύθερα. Αυτός, λοιπόν, στο βιβλίο του γράφει ότι ήρθε εδώ και είδε -μέσα στο φρούριο και την πόλη- «έναν ναό περίφημο του Ευαγγελιστή Λουκά πού βρίσκεται σε πανάρχαιο τόπο» και «περιείχε διάφορα άγια λείψανα» (όπως πχ την κάρα της Αγίας Άννας και ένα πόδι του Χρυσόστομου). Ακόμη ο μεσαιωνικός περιηγητής αναφέρει ότι είδε και τό λείψανο του Ευαγγελιστή Λουκά μέσα στη μητροπολιτική εκκλησία.Σήμερα το λείψανο του Ευαγγελιστή βρίσκεται στην πόλη Σμεντέροβο της Σερβίας, από τις 12 Ιανουαρίου 1453.

Σημαντικά ιστορικό πρόσωπο των Ρωγών είναι ο Επίσκοπος των Ρωγών Ιωσήφ, ο οποίος στην έξοδο του Μεσολογγίου, το 1826, ανατινάχθηκε στον αέρα κλεισμένος στον ανεμόμυλο και βρήκε ηρωικό θάνατο. Σχετική μαρμάρινη πινακίδα υπάρχει στον πρόσφατα αναπαλαιωμένο Ναό της Κοίμησης Θεοτόκου στο Φρούριο των Ρωγών.


Η περιοχή Κοκκινόπηλος είναι μια ομάδα λόφων (ύψος 100-150m) γεωλογικού και αρχαιολογικού ενδιαφέροντος. Βρίσκεται 5km περίπου βόρεια της Φιλιππιάδας και 2Km νότια και δυτικά στό χωριό Αγιος Γεώργιος, δυτικά προς Ριζοβούνι.

Η πρόσβαση στους λόφους Κοκκινόπηλου γίνεται μάλλον δύσκολα από δύο σημεία. Η πρώτη πρόσβαση με αυτοκίνητο γίνεται από ανατολικά 2Km νότια της Εθνικής Οδού Ιωαννίνων Πρέβεζας, από το χωριό Άγιος Γεώργιος. Συγκεκριμμένα, η πρόσβαση γίνεται από σημείο 20m νότια της σήραγγας του Αρχαίου Ρωμαϊκού Υδραγωγείου Νικόπολης. Χρειάζεται περπάτημα 500m, προς τα δυτικά. Η δεύτερη πρόσβαση με αυτοκίνητο, γίνεται από νοτιοδυτικά, και είναι πιο περίπλοκη. Από την οδό Λίμνη Ζηρού – Ριζοβούνι- Στεφάνη, στρίβουμε δεξιά στον 4ο ασφάλτινο δρόμο (βόρεια). Ο δρόμος αυτός γίνεται δασικός σε λίγο, και μετά από 2km φαίνονται δεξιά οι λόφοι. Εκεί αφήνουμε το αυτοκίνητο και ακολουθούμε ορειβατική πεζοπορία 500-1000m (κατάλληλα άρβυλα, προσοχή στα σκυλιά των κτηνοτρόφων).Η σημερινή όψη των λόφων είναι ένα ασυνήθιστο γεωλογικό και φυσικό φαινόμενο. Οι βροχές μετέτρεψαν αυτό το χαμηλό οροπέδιο ερυθρογής (Terra Rossa, οξείδια του σιδήρου με άργιλο) σε ένα εναλλασσόμενο τοπίο με λοφίσκους και μικρές χαράδρες. Το βρόχινο νερό παρασέρνει το απαλό αυτό ερυθρό γεωλογικό υλικό προς την πεδιάδα της Στεφάνης όπου ακόμα και τα χωράφια όταν οργώνονται φαίνονται κατακόκκινα. Σύμφωνα με πρόσφατες δημοσιεύσεις επιστημόνων “η “ερυθρά γη” (terra rossa), κοινώς κοκκινόχωμα, που υπάρχει στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες της Νότιας Ευρώπης, όπως η Ισπανία και η Ιταλία, έφτασε στα μέρη μας διασχίζοντας την Μεσόγειο με την μορφή αφρικανικής σκόνης που μετέφεραν οι νότιοι άνεμοι και με προέλευση τις περιοχές της Σαχάρας και του Σαχέλ, σύμφωνα με μια νέα χημική και ορυκτολογική έρευνα ισπανών και αμερικανών ερευνητών”.

Στην περιοχή έχουν γίνει γεωλογικές έρευνες (εργασίες υπαίθρου) από ανεξάρτητους ερευνητές και από το ΙΓΜΕ Πρέβεζας. Από αυτές προκύπτει ότι το συγκρότημα λόφων Κοκκινοπηλός Πρέβεζας είναι ένα προϊστορικόκαρστικό βύθισμα που πληρώθηκε από ερυθρές αργίλους σε ένα περιβάλλον παροδικών λιμνών (υγρές και ξηρές περίοδοι) με εσωτερική αποστράγγιση. Υπάρχει σαφής εξάρτηση του καρστικού βυθίσματος από την τεκτονική δραστηριότητα της περιοχής. Το βορειοανατολικό περιθώριο ορίζεται από μεγάλο κανονικό ρήγμα με διεύθυνση ΒΔ-ΝΑ και κλίση προς τα ΝΔ. Λόγω της νεοτεκτονικής δραστηριότητας του ρήγματος αυτού τα ιζήματα σήμερα έχουν αποκτήσει μικρή κλίση 5 μοιρών προς τα ΒΔ. Το πάχος των ιζημάτων από ερευνητικές γεωτρήσεις που έγιναν παλαιότερα από το ΙΓΜΕ υπερβαίνει τα 20 μέτρα.

Η περιοχή εντοπίστηκε από τον Βρεττανό αρχαιολόγο Έρικ Σ. Χιγκς (Eric S. Higgs) και την ομάδα του το έτος 1962, όταν ανέσκαπτε με τον Σωτήριο Δάκαρη τη Βραχοσκεπή Ασπροχάλικου. Στη θέση αυτή έγιναν περιορισμένες ανασκαφικές εργασίες κατά το έτος 1963 από τον Χιγκς. Η θέση Κοκκινοπηλός έχει δώσει άφθονα επιφανειακά ευρήματα της Παλαιολιθικής εποχής, ενώ έχουν εντοπιστεί και ευρήματα της Εποχής του Χαλκού. Τη θέση διατρέχει υπόγεια ο αγωγός του ρωμαϊκού υδραγωγείου της Νικόπολης. Παρόμοιες αρχαιολογικές έρευνες με αξιόλογα ευρήματα, έκανε στην περιοχή Κοκκινοπηλού ο Αμερικανός καθηγητής Τζέιμς Γουάιζμαν (James Weismann) με τον Τζ. Ράνελς (G. Runnels), τα έτη 1991 και 1992.


Το Ρωμαϊκό υδραγωγείο στον Άγιο Γεώργιο Φιλιππιάδος είναι σίγουρα ένα από τα πιο λαμπρά τεχνικά έργα της Ρωμαϊκής περιόδου που σώζονται ως και σήμερα στον Ελλαδικό χώρο. Επικρατέστερη εκδοχή για το πότε το έργο κατασκευάστηκε θεωρείται αυτή που το τοποθετεί στα τέλη του 1ου π.Χ. αιώνα ή στις αρχές του 1ου μ.Χ, όταν αυτοκράτορας στη Ρώμη ήταν ο Οκταβιανός Αύγουστος. Υπάρχουν όμως και άλλες μελέτες που τοποθετούν την κατασκευή του αργότερα κάπου τον 2ο μ.Χ. αιώνα, επί αυτοκρατορίας του Αδριανού.

Το Ρωμαϊκό υδραγωγείο βρίσκεται στις πηγές του ποταμού Λούρου στο χωριό Άγιος Γεώργιος Φιλιππιάδος (υψόμετρο 113 μ.) και κατασκευάστηκε για την υδροδότηση της Νικόπολης Πρεβέζης (υψόμετρο 32μ.). Η περιοχή αυτή επιλέχθηκε την εποχή εκείνη από τους Ρωμαίους τεχνικούς για την ύδρευση της πόλης εξαιτίας της καλής ποιότητας αλλά και της μεγάλης ποσότητας των νερών της. Η μεγάλη απόσταση μεταξύ των δυο περιοχών (περίπου 50 χλμ) αλλά και η σχετικά μικρή υψομετρική διαφορά τους (μόλις 81 μέτρα), δεν στάθηκαν εμπόδιο αφού οι γνώσεις μηχανικής αλλά και οι ικανότητες των τεχνικών της εποχής εκείνης κατέστησαν το έργο εφικτό. Έτσι το υδραγωγείο που κατασκευάστηκε λειτούργησε αποτελεσματικά και για τους επόμενους πέντε (5) και πλέον αιώνες κάλυψε επαρκώς τις ανάγκες της τότε πρωτεύουσας της Ηπείρου.

Πρόκειται αναμφίβολα για ένα μεγάλο έργο αφού από τις πηγές του ποταμού Λούρου που βρίσκονται στον Άγιο Γεώργιο το νερό μέσω αγωγών συγκεντρωνόταν σε μια ορθογώνια δεξαμενή και από εκεί και πάλι με αγωγούς οδηγούνταν προς την Νικόπολη. Αρχικά το νερό έπρεπε να περάσει πάνω από το ποτάμι και γι’ αυτό στη περιοχή κατασκευάστηκαν δυο πεσσοστοιχίες (γέφυρες) και μέσω αυτών περνούσε στην απέναντι πλευρά του Λούρου. Από εκεί με αυλακοσωλήνες (που τα ίχνη τους σώζονται ακόμη σε αρκετά σημεία της διαδρομής) αλλά και σήραγγες διένυε τα 50 χιλιόμετρα της απόστασης που χώρισε τις δυο περιοχές και κατέληγε στις υδατοδεξαμενές της Νικόπολης.

Σήμερα στον χώρο του υδραγωγείου στην περιοχή του Αγίου Γεωργίου Λούρου η αρμόδια αρχαιολογική υπηρεσία έκανε μια σειρά παρεμβάσεων για την συντήρηση και την ανάδειξη του. Ο επισκέπτης μπορεί να δει τους αγωγούς (σε μικρά τμήματα τους σώζονται ακόμη η θολωτή κάλυψη τους) αλλά και τα εναπομείναντα τμήματα των δυο πεσσοστοιχιών, που κατασκευάστηκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους (η νότια γεφύρωση θεωρείται μεταγενέστερη), όπως μαρτυρά και η διαφορετική τεχνοτροπία τους.


Σ’ ένα κατάφυτο λόφο και σε απόσταση 3 χλμ πάνω απο το χωρίο Κερασώνα ή Κεράσοβο Φιλιππιάδος βρίσκεται το μοναστήρι της Φανερωμένης. Κτίστηκε το 1709. Το καθολικό πρόσφατα ανακαινισμένο είναι μονόκλιτη βασιλική με ξύλινη στέγη χωρισμένο σε πρόναο, κυρίως ναό και ιερό με ενδιαφέρουσες και καλά διατηρημένες αγιογραφίες του 1718. Επι τουρκοκρατίας λέγετε οτι υπήρξε κρυφό σχολείο μέχρι το 1910.


Στο παλαιό κάστρο των Ρωγών που βρίσκεται στο 58ο χλμ. της Εθνικής Οδού Πρέβεζας – Ιωαννίνων, σε κατάφυτο λόφο, βρίσκουμε τη Μονή Θεοτόκου Ρωγών. Το κάστρο αυτό, κατασκευάστηκε κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους και επισκευάστηκε στη συνέχεια κατά τη Βυζαντινή εποχή (μεταξύ 1436-1691), καταστράφηκε τελικά κατά την τουρκοκρατία. Εδώ βρισκόταν η αξιόλογη πόλη του Μεσαίωνα «Ρωγοί». Από τη μεσαιωνική πόλη σήμερα δεν σώζεται τίποτα.

Στο εκκλησάκι φτάνουμε από ανηφορικό μονοπάτι. Διακρίνονται ερείπια κελιών και χαγιατιού. Ο μονόχωρος Ναός, που αποτελείται από νάρθηκα, καθολικό και ιερό, είναι τοιχογραφημένος. Ελάχιστα φωτίζεται από δυτικά. Υπάρχει επιγραφή ανακαινίσεως του 1609 ή του 1687.

Δίπλα από την είσοδο υπάρχει πλάκα που αναγράφει:
«ΕΝ ΤΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΑΛΑΙ ΜΟΝΗ ΚΑΙ ΕΠΙΣΚΟΠΗ ΡΩΓΩΝ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΥΣΕ 1820 – 1826 Ο ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΙΩΣΗΦ ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΑΤΑΣ ΠΡΟΣΕΝΕΓΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΤΗ ΠΑΤΡΙΔΙ ΕΝ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΩ ΑΓΩΝΙΣΘΕΙΣ ΚΑΙ ΘΥΣΙΑΣΘΕΙΣ 13-4-1826».


ΧΑΝΙ ΤΣΟΥΜΑΝΗ-ΝΕΟΝ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟΝ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ στον κεντρικό εμπορικό δρόμο της Φιλιππιάδας Εκεί, κατά πάσα πιθανότητα,φιλοξενήθηκε το Αρχηγείο των πολεμικών επιχειρήσεων 1912-1913 τομέα Ηπείρου,από 25 Νοεμβρίου 1912 που μεταφέρθηκε στη Φιλιππιάδα και μέχρι της μεταφοράς του στο στο Χάνι Εμίν Αγά.


Το Σπήλαιο και Βραχοσκεπή Ασπροχάλικο βρίσκεται 6 χιλιόμετρα βορειοδυτικά από τη Φιλιππιαδα στη δυτική όχθη του ποταμού Λούρου.

Η θέση βρίσκεται παραπλεύρως της Εθνικής Οδού Πρέβεζας – Ιωαννίνων, λίγο πιο βόρεια από το χωριό Άγιος Γεώργιος Πρέβεζας, όπου υπάρχει ένας βραχώδης λόφος ύψους 20-30m παρά την μικρή κοιλάδα του ποταμού Λούρου, το οποίο σχηματίζει απόκρημνα βράχια με εσοχές, (βραχοσκεπή) και ένα σπήλαιο, (Γκούβας Χαράλαμπος,2009). Η σπουδαιότητα του Ασπροχάλικου βρίσκεται στη διαχρονική χρήση του τόσο κατά τη Μέση Παλαιολιθική όσο και κατά την Ανώτερη Παλαιολιθική περίοδο από νομάδες κυνηγούς οι οποίοι κυνηγούσαν κοπάδια αγρίων ζώων.

Το σπήλαιο ανασκάφτηκε από Άγγλους αρχαιολόγους την περίοδο 1962-1967 και το 1981, (H. Higgs, Bailey G.N., and Gable C.,1983). Ήρθαν στο φως σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα από στρώματα της παλαιολιθικής περιόδου. Ραδιοχρονολογήσεις υλικού από τα ευρήματα, χρονολογούν το παλιότερο στρώμα 40000 χρόνια πριν από σήμερα στην μέση παλαιολιθική περίοδο, και το νεότερο 24000-9000 πριν από σήμερα στην νεότερη παλαιολιθική περίοδο. Πάνω από αυτά τα στρώματα ακολουθούσε στρώμα της εποχής του χαλκού, που περιείχε λίθινα εργαλεία και όπλα. (Adam E., 1989). Η τεκμηριωμένη κατοίκηση του σπηλαίου σε τόσο παλιά εποχή το αναδεικνύει σε μια από τις σημαντικότερες και παλαιότερες θέσεις της παλαιολιθικής Ελλάδας. Ο καθηγητής Eric S. Higgs από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, με τον καθηγητή Σωτήριο Δάκαρη, πρωτοπόροι, έκαναν ανασκαφές με σημαντικά ευρήματα τα χρόνια 1962-1965, (H.Higgs, Bailey G.N., and Gable C.,1983). Τα ευρήματα αυτά βρίσκονται στην Οξφόρδη και στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων.

Η πρώτη αρχαιολογική έρευνα στο Ασπροχάλικο έγινε το 1964-1966, από τη Βρετανική Αρχαιολογική Σχολή υπό τον καθηγητή Αρχαιολογίας της Οξφόρδης Έρικ Σ. Χιγκς και τον Έλληνα καθηγητή Σωτήριο Δάκαρη, με μία μεγάλη κάθετη τομή εδάφους. Η έρευνα δημιούργησε μια τομή εδάφους βάθους 7 μέτρων, στην οποία τομή αποκαλύφθηκαν σε στρώμα που αντιστοιχεί στο 100.000-30.000 π.Χ., οστά ζώων, λίθινα εργαλεία από πυριτόλιθο, δόντια ζώων, και μάλιστα ένα τεράστιο δόντι ρινόκερου. Όλα αυτά εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων, (H. Higgs, Bailey G.N., and Gable C., 1983). Οστά ανθρώπων δεν ανευρέθησαν στη Βραχοσκεπή Ασπροχάλικου. Υπολογίζεται ότι πρόκειται για ομάδα ανθρώπων της παλαιολιθικής περιόδου, οι οποίοι κυνηγούσαν θηράματα (τροφοσυλλέκτες) κοντά στο Λούρο Ποταμό, όπου τα ζώα πήγαιναν να πιούν νερό. Στη συνέχεια ανέβαιναν στο μικρό ύψωμα του Ασπροχάλικου, που πραγματικά έχει πανοραμική θέα, και υπό τη σκιά των πελώριων βράχων έψηναν και έτρωγαν τα θηράματα, (Yπουργείο Πολιτισμού, 1965).

Πέραν των λίθινων εργαλείων χρησιμοποιούσαν και οστέινα εργαλεία (π.χ. οστέινα βέλη, συλλογή Ιδρύματος «Μουσείο Τεχνών και Επιστημών Ηπείρου»). Το παραπλεύρως της βραχοσκεπής Ασπροχάλικου Σπήλαιο πιθανότατα κατοικούνταν, όπως φαίνεται από την καπνισμένη οροφή της φωτογραφίας. Όμως η οπή του σπηλαίου είναι στενή και η είσοδος των προϊστορικών ανθρώπων πρέπει να γινόταν έρποντας, αν και αυτοί ήταν μικρόσωμοι. Δεν έχουν ανακοινωθεί έρευνες εντός του σπηλαίου αυτού. (Γκούβας Χαράλαμπος, 2009).

Το Σπήλαιο Ασπροχάλικου του Νομού Πρέβεζας και τα σημαντικά ευρήματά του αναφέρονται στο βιβλίο Ιστορίας της Α Γυμνασίου και στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Οι ανασκαφές έφεραν στο φως επιχώσεις πάχους 5 m. Το κατώτερο τμήμα της στρωματογραφίας (στρώματα 19-16) χρονολογείται στα 100.000 χρόνια πριν από το παρόν και περιλαμβάνει μέσες παλαιολιθικές λιθοτεχνίες (Μουστέριες) με έντονη παρουσία λεπιδόμορφων τεχνέργων, Το επόμενο στρώμα (στρώμα 14), χρονολογημένο σε περίπου 40.000 χρόνια πριν από το παρόν, χαρακτηρίζεται επίσης από μέσες παλαιολιθικές λιθοτεχνίες (Μικρομουστέριες) με μικρά εργαλεία σε φολίδες. Το ανώτερο τμήμα (στρώματα 10, 7, 4) της στρωματογραφίας περιλαμβάνει ανώτερες παλαιολιθικές λιθοτεχνίες με μικρολεπιδικά εργαλεία, οι οποίες χρονολογούνται περίπου στα 26.000 χρόνια πριν από το παρόν, (Adam E., 1989). Παρόμοια ευρήματα εκτίθενται στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και στην Οξφόρδη από την περιοχή Κοκκινοπηλός Πρέβεζας που βρίσκεται 7 Km βορειοδυτικά του Ασπροχάλικου.

Ο αρχαιολογικός χώρος της Βραχοσκεπής και του Σπήλαιου Ασπροχάλικου, είναι επαρκώς σεσημασμένος από απόψεως πινακίδων. Υπάρχει επαρκής και ασφαλής χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων στην Εθνική Οδό Πρέβεζας Ιωαννίνων δεξιά. Το σπήλαιο είναι αριστερά. Χρειάζεται ανάβαση σε ανώμαλο ανηφορικό έδαφος περίπου 200m. Δεν υπάρχει πλακόστρωτο μονοπάτι και χρειάζεται προσοχή για αποφυγή ατυχημάτων από πτώση ή από ερπετά το καλοκαίρι. Ο χώρος είναι περιφραγμένος με ανοικτή πλέον την πύλη,


Οικια Α. Παπαλευκά

Θέση: Βρίσκεται στα βόρεια του Ναού του Αγίου Βησσαρίωνος.

Ιστορικό: Με βάση τα μορφολογικά και τα κατασκευαστικά του στοιχεία το σπίτι μπορεί να χρονολογηθεί στον όψιμο 19ο ή στις αρχές του 20ου αιώνα. Το ανατολικό τμήμα του κτηρίου εγκαταλείφθηκε και ερειπώθηκε μετά τη δεκαετία του 1970.

Περιγραφή: Μεγάλων διαστάσεων (6.1 Χ 13.5 μ. περίπου) κατοικία του τύπου του Δίχωρου Σπιτιού με Προθάλαμο και Καμαρούλα. Οι τοίχοι είναι από αργολιθοδομή και η στέγη είναι ξύλινη τετράριχτη με επικάλυψη από κεραμίδια. Το πλατύσκαλο – εξώστης (λότζα) στεγαζόταν με μονόριχτη ξύλινη στέγη που φερόταν πιθανότατα από κτιστούς κίονες. Τα ανοίγματα των θυρών και των παραθύρων έχουν χαμηλωμένα τοξωτά ανώφλια και λίθινα ορθογωνικά πλαίσια με πολύ χαμηλωμένα ανακουφιστικά τόξα. Οι αρμολογημένες όψεις του κτιρίου σπιτιού χαρακτηρίζονται έντονα από συμμετρία.


Δυόμισι αιώνες (από τα μέσα ταυ 18ου αι., κτισμένος) διανύει ήδη ο ναός του Αγίου ΑΘανασίου Φιλιππιάδος, όπως έμμεσα προκύπτει από αρκετά κατεστραμμένη επιγραφή, πάνω από τη νότια είσοδο του ναού. Ένα αιώνα μετά, το 1847, κτίσθηκε ο πυλώνας που περιβάλλει το νεκροταφείο και το 1866 ο πυλώνας του κωδωνοστασίου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι τοιχογραφίες του ναού. Εκατό χρόνια αργότερα, το 1861-62, κτίσθηκε ο νέος ενοριακός ναός της Φιλιιππιάδος, ο ναός του Αγίου Βησσαρίωνα, το περίτεχνο πέτρινο κωδωνοστάσιο του οποίου, κτισμένο το 1912-13 από Πραμαντιώτη τεχνίτη, αέρινο λες, κεντρίζει την προσοχή και προκαλεί τον θαυμασμό του προσκυνητή


Η Ιερά Μονή Προφήτου Ήλιου έγινε αυτοτελής επί των ημερών του ιερομόναχου Καλλίστου, το έτος 1720, ενώ μέχρι τότε ήταν μετόχιο της Μονής Ρωγών. Η προσφορά της Μονής προς τους υπόδουλους χριστιανούς της περιοχής υπήρξε ανεκτίμητη στην διάρκεια της Τουρκοκρατίας.

Απ” αυτό εξηγούνται και όσα υπέστη από τους κατακτητές. Αναφέρεται, μάλιστα, ότι ο Μουχτάρ πασάς, γιος του τυράννου της Ηπείρου Αλί, συνέλαβε χωρίς λόγο τον ηγούμενό της Διονύσιο Α”, άνδρα ενάρετο και σεβάσμιο, και τον βασάνισε. Στην διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 η Μονή υπέστη σοβαρές καταστροφές, για την επανόρθωση των οποίων σπουδαίως εκοπίασε ο Ιερεύς Νικόλαος από το Ριζοβούνι. Την χαριστική βολή όμως έδωσαν σ” αυτήν οι δυνάμεις Κατοχής (1943-44), πού πυρπόλησαν τα κτίσματά της, επειδή αποτελούσε κέντρο εθνικής αντιστάσεως της περιοχής.

Εκ θαύματος σώθηκε το περίφημο Καθολικό με το αξιόλογο γλυπτό πέτρινο τέμπλο του. Επί των ημερών του Μητροπολίτου Νικοπόλεως και Πρεβέζης κ. Μελετίου, ή Μονή μεταφέρθηκε σε ανεργεθέν εκ θεμελίων νέο κτιριακό συγκρότημα στο Δημοτικό Διαμέρισμα της Νέας Σινώπης του Δήμου Ζαλόγγου και κοντά στην πρώην κοινότητα Φλάμπουρα. Επανδρώθηκε με 23 μοναχούς και ιερομόναχους, οι πλείστοι των οποίων διακονούν ποικιλοτρόπως και στο ιεραποστολικό και πνευματικό έργο της Μητροπόλεως, υπό το ηγούμενο τους αρχιμανδρίτη “Εφραίμ Τουμπέκη. Ή Ιερά Μονή Προφήτου Ήλιου υπάγεται στην Ιερά Μητρόπολη Νικοπόλεως και Πρεβέζης. Η Μονή επί του παρόντος δεν διαθέτει ξενώνα. Κάθε Δευτέρα και Πέμπτη η Μονή παραμένει κλειστή.


Στην Καμπή Άρτας υπάρχει νερόμυλος που χτίστηκε περίπου το 1680 από Τούρκους κατασκευαστές, παράλληλα με δυο ακόμη μύλους στο Ελευθεροχώρι, έναν στην Χαμιδιέ (παλαιά Φιλιππιάδα) και έναν στην Παντάνασσα. Ήταν χτισμένοι όλοι τους κατά μήκος του δρόμου προς τα Ιωάννινα, από όπου μεταφέρονταν τα προϊόντα τόσο από το λιμάνι της Σαλαώρας, όσο και από το κάμπο της περιοχής που ήταν και τόπος παραγωγής, ώστε τα προϊόντα να πηγαίνουν αλεσμένα στα Γιάννενα, στον Πασά. Σήμερα ο μύλος διατηρεί ακόμη την αρχική του μορφή μετά την ανακαίνιση που έγινε το 1999 από την 6η Εφορία Ιωαννίνων ως διατηρητέο μνημείο. Είναι πέτρινος με δύο κρησάρες (μυλόπετρες) και τρεις νεροτριβές.


Επίσης, αξιόλογα μνημεία είναι η εκκλησία του Αγίου Αθανασίου (μέσα 8ου αιώνα ), η εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου που βρίσκεται στη βόρεια έξοδο της πόλη,το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Ριγανά κοντά στη λίμνη του Ζηρού.